Το μπαράζ αντι-δημοκρατικών διατάξεων που διέπει το νομοθετικό έργο της παρούσας κυβέρνησης συνεχίζεται αμείωτο. Τον τελευταίο χρόνο ως εργαζόμενοι στο χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης έχουμε έρθει αντιμέτωποι με νόμους που καταλύουν βασικά δημοκρατικά κεκτημένα της Ακαδημαϊκής Κοινότητας θεσμοθετώντας την κατάργηση του Πανεπιστημιακού Ασύλου και τον αποκλεισμό σχεδόν του 50% των μόνιμων εργαζομένων που υπηρετούν στα ΑΕΙ από τις διαδικασίες εκλογής όλων των μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης των Πανεπιστημίων. Τώρα με το προς ψήφιση νομοσχέδιο του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τις «Δημόσιες Υπαίθριες Συναθροίσεις» βάλλεται συλλήβδην το δημοκρατικό δικαίωμα συμμετοχής σε διαδηλώσεις όλων των εργαζόμενων της χώρας. Το νομοθετικό πόνημα αποτελεί μνημείο κλιμάκωσης του κυβερνητικού αυταρχισμού που παραπέμπει σε σκοτεινές εποχές της σχετικά πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας, αφού η αμέσως προηγούμενη «νομοθετική ρύθμιση» σχετικά με τις διαδηλώσεις στη χώρα ήταν το νομοθετικό διάταγμα 794/1971 της Χούντας των Συνταγματαρχών.
Η «προβληματική» λογική του νομοσχεδίου γίνεται εμφανής ήδη από το άρθρο 1, το οποίο ορίζει ότι σκοπός του νομοσχεδίου είναι μεν «η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως σε υπαίθριο χώρο», αλλά «κατά τρόπο ώστε να μην εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής». Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι παραπάνω ασαφείς επιθετικοί προσδιορισμοί αφήνουν περιθώρια ερμηνείας κατά το δοκούν σύμφωνα με πολιτικά κριτήρια άμεσα συνδεδεμένα με την περιοριστική/κατασταλτική λογική που αποτελεί τον ιδεολογικό πυρήνα της τωρινής, συντηρητικής κυβέρνησης, και όχι μόνο. Αυτή ακριβώς η λογική αναπτύσσεται στα άρθρα του νομοσχεδίου, θέτοντας σειρά περιορισμών, βάσει των οποίων η Αστυνομία ή το Λιμενικό μπορούν να απαγορεύουν δημόσιες συναθροίσεις (άρθρα 3 & 10).
Ενδεικτικά, με βάση το κατατεθέν στη Βουλή νομοσχέδιο, εισάγεται ο «οργανωτής της διαδήλωσης», φυσικό πρόσωπο το οποίο οφείλει να γνωστοποιήσει στην κατά τόπο αστυνομία ή λιμενική αρχή την πρόθεσή του να καλέσει το ευρύ κοινό σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει τα στοιχεία ταυτότητας κι επικοινωνίας του οργανωτή, τον ακριβή τόπο, το χρόνο έναρξης, λήξης, το σκοπό και το δρομολόγιο της διαδήλωσης.» (άρθρο 3). Επιπλέον, ο οργανωτής της συγκέντρωσης “συνεργάζεται άμεσα με την αρμόδια αστυνομική αρχή και ιδίως με τον Αστυνομικό ή Λιμενικό Διαμεσολαβητή (σύνδεσμος μεταξύ διαδηλωτών και δυνάμεων καταστολής) και συμμορφώνεται στις υποδείξεις του παρέχοντας συνδρομή στην τήρηση της τάξης.” (άρθρο 4). Αν η κινητοποίηση (πορεία, συγκέντρωση, διαδήλωση) δεν γνωστοποιηθεί «η αστυνομική αρχή δύναται να προβεί στη διάλυση της ανωτέρω συνάθροισης…» (άρθρα 3 και 9).
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 8, «Επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών σε σχέση με επικείμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, εάν πιθανολογείται (δηλαδή χωρίς οποιοδήποτε τεκμήριο) ότι η διεξαγωγή της θα διαταράξει δυσανάλογα την κοινωνικοοικονομική ζωή της συγκεκριμένης περιοχής, λόγω ιδίως των ειδικότερων κυκλοφοριακών και άλλων ιδιαίτερων τοπικών συνθηκών». «Επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών σε σχέση με δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που βρίσκεται σε εξέλιξη, εάν η διεξαγωγή της προκαλεί δυσανάλογα μεγάλη (ως προς την…«κανονικότητα»;) διατάραξη στην κοινωνικοοικονομική ζωή της περιοχής, λόγω ιδίως του αριθμού των συμμετεχόντων και λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τις ειδικότερες κυκλοφοριακές και άλλες ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες».
Τέλος, η απλή συμμετοχή σε διαδήλωση, για την οποία δεν έχουν τηρηθεί όλοι οι παραπάνω περιορισμοί, ποινικοποιείται με συγκεκριμένη μάλιστα ποινή: «όσοι συμμετέχουν σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία έχει απαγορευτεί τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους)». (άρθρο 13), ενώ «Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, (σ.σ. μόνο) εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι είχε λάβει όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα (ποια μέτρα ακριβώς και με ποιο τρόπο θα μπορούσε κάποιος να πείσει την αστυνομία για κάτι τέτοιο;) για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 4». (άρθρο 13).
Οι παραπάνω διατάξεις, είναι πρόδηλο ότι, μολονότι προσπαθούν -μάλλον αποτυχημένα- να δημιουργήσουν ένα ψευδεπίγραφο «δημοκρατικό» προσωπείο στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο στο όνομα του «σεβασμού του δημόσιου χώρου», εν τούτοις παρουσιάζουν μία σειρά μέτρων και δράσεων που βαρύνουν την πλευρά των διαδηλωτών, τα οποία ουσιαστικά σκοπεύουν να καταστήσουν αδύνατη τη σύννομη διεξαγωγή δημόσιων συναθροίσεων, ιδιαίτερα μεγάλης κλίμακας, και ως εκ τούτου οδηγούν νομοτελειακά στην ποινικοποίηση των αντίστοιχων δραστηριοτήτων.
Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και της δημόσιας διαμαρτυρίας είναι άμεσα συνυφασμένα με το δημοκρατικό πολίτευμα. Οποιαδήποτε απόπειρα περιστολής αυτών συνεπάγεται αυτόματα και την υποβάθμιση της ποιότητας της δημοκρατίας.Συνεπώς, καταδικάζουμε τις κυβερνητικές πολιτικές που περιορίζουν κεκτημένα και αναφαίρετα δημοκρατικά δικαιώματα και ενώνουμε τις φωνές μας με όσους απαιτούν την άμεση απόσυρση του ευθέως αντιδημοκρατικού και βαθύτατα αναχρονιστικού νομοσχεδίου για τις δημόσιες συναθροίσεις.
